Σαν σήμερα, πριν 30 ολόκληρα χρόνια, στις 18 Ιανουαρίου 1996, η Ελλάδα εισήλθε σε μια νέα πολιτική φάση. Εκείνη την ημέρα, ο Κώστας Σημίτης ανέλαβε για πρώτη φορά την πρωθυπουργία, έπειτα από μια εσωκομματική διαδικασία που αποκάλυψε τις βαθιές ισορροπίες, αλλά και τις υπόγειες συγκρούσεις στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ.
Τρεις ημέρες νωρίτερα, στις 15 Ιανουαρίου, ο Ανδρέας Παπανδρέου, βαριά ασθενής και νοσηλευόμενος στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, είχε υπογράψει την επιστολή παραίτησής του από την πρωθυπουργία. Ήταν το τυπικό τέλος μιας ιστορικής πολιτικής διαδρομής και η απαρχή μιας μεταβατικής περιόδου, με το κυβερνών κόμμα να καλείται να επιλέξει διάδοχη λύση χωρίς εκλογές.
Η κρίσιμη ψηφοφορία στο ΠΑΣΟΚ
Το πρωί της 18ης Ιανουαρίου συνεδρίασε η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ για να εκλέξει νέο πρωθυπουργό. Υποψήφιοι ήταν τρεις κορυφαίες φυσιογνωμίες της παράταξης: ο Κώστας Σημίτης, ο Άκης Τσοχατζόπουλος και ο Γεράσιμος Αρσένης.
Η πρώτη ψηφοφορία ανέδειξε το μέγεθος του εσωκομματικού διχασμού: Σημίτης και Τσοχατζόπουλος ισοψήφισαν με 53 ψήφους, ενώ ο Αρσένης, με 50 ψήφους, τέθηκε εκτός συνέχειας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, στη δεύτερη και καθοριστική ψηφοφορία, ο Σημίτης επικράτησε με 86 ψήφους έναντι 75 του Τσοχατζόπουλου, ενώ πέντε βουλευτές ψήφισαν λευκό. Λίγες ώρες αργότερα, ορκιζόταν πρωθυπουργός.
Οι πρώτες κατευθύνσεις της νέας κυβέρνησης
Η ανάληψη της εξουσίας συνοδεύτηκε από έντονο παρασκήνιο για τη σύνθεση της κυβέρνησης και τη διανομή των υπουργικών χαρτοφυλακίων. Την ίδια περίοδο, δημοσιεύματα του Τύπου σκιαγραφούσαν τις βασικές προθέσεις της νέας ηγεσίας: συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, επιτάχυνση των μεγάλων υποδομών, καλύτερη απορρόφηση κοινοτικών πόρων και παράλληλα ενίσχυση του κοινωνικού προφίλ του ΠΑΣΟΚ.
Στο οικονομικό πεδίο, οι δυνατότητες ελιγμών ήταν περιορισμένες, καθώς ο κρατικός προϋπολογισμός είχε ψηφιστεί μόλις έναν μήνα νωρίτερα. Ωστόσο, το επιτελείο Σημίτη άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο διορθωτικού προϋπολογισμού, εφόσον το απαιτούσαν οι συνθήκες, δίνοντας έμφαση στη βελτίωση της είσπραξης εσόδων και στην αναδιάρθρωση δαπανών σε κρίσιμους τομείς όπως η άμυνα, η υγεία και το ασφαλιστικό σύστημα.
Η πολιτική εδραίωση και το 4ο Συνέδριο
Η εκλογή της 18ης Ιανουαρίου δεν ήταν παρά το πρώτο βήμα. Η πολιτική κυριαρχία του Σημίτη στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ επικυρώθηκε λίγους μήνες αργότερα, στο 4ο Συνέδριο του κόμματος, στις 30 Ιουνίου 1996. Εκεί, εξελέγη πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ με ποσοστό περίπου 53%, έχοντας και πάλι αντίπαλο τον Άκη Τσοχατζόπουλο, ο οποίος συγκέντρωσε περίπου 46%.
Μάλιστα, η επικράτησή του θεωρήθηκε ως μίνι... έκπληξη, καθώς ο Σημίτης δεν διέθετε τον παραδοσιακό κομματικό μηχανισμό. Όπως σημείωνε χαρακτηριστικά ο Τύπος της εποχής, επρόκειτο για ένα στέλεχος με ισχυρή θεσμική παρουσία, αλλά χωρίς οργανωμένο «στρατό» υποστηρικτών, γεγονός που καθιστούσε την άνοδό του πολιτικά παράδοξη για τα δεδομένα του ΠΑΣΟΚ.
Μια νέα φάση για την Ελλάδα
Η 18η Ιανουαρίου 1996 καταγράφεται ως η αφετηρία της «εποχής Σημίτη»: μιας περιόδου που συνδέθηκε με τον εκσυγχρονισμό του κράτους, τη στρατηγική στόχευση στην ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και τη σταδιακή μετατόπιση του ΠΑΣΟΚ προς ένα πιο τεχνοκρατικό και ευρωπαϊκό πρότυπο διακυβέρνησης.
Περισσότερο από μια αλλαγή προσώπων, εκείνη η ημέρα σηματοδότησε αλλαγή πολιτικής κουλτούρας – με όλες τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια.